Λίγα λόγια εισαγωγικά…

Η σεξουαλικότητα είναι μία παροιμιωδώς πολύπλοκη και «πολυπαραγοντική» διαδικασία. Από «οργανικής» απόψεως σε αυτή συμμετέχει τόσο το γεννητικό σύστημα, όσο και το νευρικό, αλλά και το καρδιαγγειακό σύστημα.

Η ατομική αίσθηση της σεξουαλικότητας εξάλλου επηρεάζεται και από «μη – οργανικούς παράγοντες», όπως είναι η εικόνα, που η κάθε γυναίκα έχει για το σώμα της, την κοσμοθεωρία και τη βιοθεωρία μίας εκάστης, ενώ και η επιρροή των κοινωνικών και θρησκευτικών πιστεύω δεν μπορεί να υποτιμηθεί.

Επιπροσθέτως, στη σύγχρονη εποχή, που όλοι μας «βομβαρδιζόμαστε» από εικόνες και πληροφορίες επί παντός θέματος μέσω των ηλεκτρονικών κατά κύριο λόγο μέσων ενημέρωσης, διαμορφώνονται απόψεις περί σεξουαλικότητας και ομορφιάς, οι οποίες έχουν και αυτές «βαρύνουσα σημασία» στη διαμόρφωση της σεξουαλικής συμπεριφοράς.

Η διάγνωση της σεξουαλικής δυσλειτουργίας τίθεται στην ουσία με βάση τα κριτήρια, που καθορίστηκαν στην πέμπτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Πνευματικών Διαταραχών της Αμερικανικής Ένωσης Ψυχιάτρων (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders – DSM-5).

Τα κριτήρια αυτά είναι:

•    Διαταραχή σεξουαλικής επιθυμίας/ διέγερσης

•    Οργασμική διαταραχή

•    Άλγος στα γεννητικά όργανα ή στο περίνεο/ διαταραχή διείσδυσης

Δηλαδή αν έχω τα παραπάνω συμπτώματα, τότε παρουσιάζω σεξουαλική δυσλειτουργία;

Η «άκριτη» εφαρμογή των ανωτέρω κριτηρίων υπάρχει φόβος, πως θα οδηγήσει στο φαινόμενο της «υπερδιάγνωσης». Έτσι υπερβολικά μεγάλο ποσοστό των γυναικών, που θα διαγνωσθούν ως «εμφανίζουσες σεξουαλική δυσλειτουργία», στην πραγματικότητα θα αποδειχθεί, ότι παρουσίαζαν μία «παροδική» μόνον μορφή του προβλήματος, οπότε τα όποια συμπτώματα ενδεχομένως να υποχωρούσαν αυτόματα, χωρίς να παραστεί χρεία κάποιας παρεμβολής από ιατρούς ή έτερους επιστήμονες, που ασχολούνται με την ψυχική υγεία.

Συνεπώς, ετέθησαν κάποιοι κανόνες στην εφαρμογή των κριτηρίων.

Καταρχήν, σε ό,τι αφορά την διάγνωση της διαταραχής σεξουαλικής επιθυμίας/ διέγερσης, είναι απαραίτητο η γυναίκα να περιγράφει τουλάχιστον 3 από τα συμπτώματα, που αναφέρονται στο σχετικό κατάλογο.

Επιπροσθέτως, η απλή αναφορά από τη γυναίκα συμπτωμάτων, που αναφέρονται στον κατάλογο των κριτηρίων, δεν αρκεί προκειμένου να τεθεί η σχετική διάγνωση. Είναι απαραίτητο η γυναίκα να δηλώνει, πως η κατάσταση αυτή της δημιουργεί προσωπική δυσφορία και διαταραχές στη σχέση της με το σύντροφό της. Συνεπώς, αν η γυναίκα αναφέρει τα συμπτώματα, αλλά δεν την «ενοχλούν», τότε δεν μιλάμε για σεξουαλική δυσλειτουργία.

Τέλος τα συμπτώματα θα πρέπει να εμμένουν επί διαστήματος διαρκείας 6 μηνών κατά προσέγγισιν, αλλά και στο 75% τουλάχιστον των περιπτώσεων, που επιδιώχθηκε σεξουαλική δραστηριότητα.

Πόσο συχνή είναι η σεξουαλική δυσλειτουργία μεταξύ των γυναικών;

Δεν είναι καθόλου απλό να καθοριστεί με ακρίβεια η συχνότητα (ο «επιστημονικός» όρος είναι «επιπολασμός») της σεξουαλικής δυσλειτουργίας μεταξύ των γυναικών, διότι η εν τοις πράγμασι εφαρμογή των κριτηρίων διάγνωσης δεν είναι απολύτως σαφής.

Χαρακτηριστικά αναφέρουμε μελέτη του 2016, στα πλαίσια της οποίας ελήφθησαν υπόψη στοιχεία από το ιστορικό 11.509 ανδρών και γυναικών ηλικίας μεταξύ 16 και 74 ετών. Το ποσοστό των γυναικών, που ανέφεραν ένα ή περισσότερα από τα βασικά κριτήρια, που περιγράφονται στο DSM-5 (διαταραχή σεξουαλικής επιθυμίας/ διέγερσης, oργασμική διαταραχή, άλγος στα γεννητικά όργανα ή στο περίνεο/ διαταραχή διείσδυσης) ανήρχετο στο 22,8%. Αν όμως οι επιστήμονες ελάμβαναν υπόψιν τους μόνον τις γυναίκες, που επιπλέον ανέφεραν δυσφορία ένεκα των συμπτωμάτων, διάρκεια συμπτωματολογίας περίπου 6 μηνών και εκδήλωση της συμπτωματολογίας τουλάχιστον στο 75% των περιπτώσεων, που επιδιώχθηκε σεξουαλική δραστηριότητα, τότε το ποσοστό των γυναικών «έπεφτε» στο μόλις 3,6%.

Θα πρέπει στο σημείο αυτό να σημειώσουμε, πως υπάρχουν και οι επιστήμονες, που διατείνονται, ότι τα κριτήρια διάγνωσης της σεξουαλικής δυσλειτουργίας θα πρέπει να εφαρμόζονται με κάποια «χαλαρότητα», ειδάλλως υφίσταται ο κίνδυνος να μην παρασχεθεί η σχετική βοήθεια σε γυναίκες, που πραγματικά την έχουν ανάγκη.

Επομένως, η διάγνωση της σεξουαλικής δυσλειτουργίας είναι σημαντικό να γίνεται εξατομικευμένα για την κάθε γυναίκα ξεχωριστά.

Πώς αντιμετωπίζεται η σεξουαλική δυσλειτουργία;

Όπως και η διάγνωση, έτσι και η αντιμετώπιση της σεξουαλικής δυσλειτουργίας εξατομικεύεται για την κάθε γυναίκα.

Ενίοτε μάλιστα η όποια θεραπευτική παρέμβαση προϋποθέτει και τη συμμετοχή και του συντρόφου της γυναίκας στην όλη διαδικασία, προκειμένου να αξιολογηθεί η δυναμική της σχέσης στο ζευγάρι.

Συχνά εξάλλου χρειάζεται στην αντιμετώπιση της δυσάρεστης αυτής κατάστασης να εμπλακούν ιατροί και άλλοι επιστήμονες ασχολούμενοι με την ψυχική υγεία, αλλά και ο γυναικολόγος ή ο ουρολόγος.

Δείτε ΕΔΩ πώς μπορείτε να βελτιώσετε τη σεξουαλική σας ζωή χάρη στους υπερήχους HIFU!

Δείτε ΕΔΩ πώς μπορείτε να βελτιώσετε τη σεξουαλική σας ζωή χάρη στο υαλουρονικό οξύ!

Δείτε ΕΔΩ πώς η Ιατρική Κλινική Υπνοθεραπεία (Ύπνωση) μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της σεξουαλικής δυσλειτουργίας και στη δική σας περίπτωση!

Κλείστε ΕΔΩ το ραντεβού σας, για να αντιμετωπίσουμε όποιο γυναικολογικό θέμα, θέμα εγκυμοσύνης ή θέμα υπογονιμότητας σας απασχολεί!

 

Διαβάστε ακόμα

– Μπορεί η χορήγηση Viagra να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της γυναικείας δυσλειτουργίας;

– Εγκρίθηκε φάρμακο για μειωμένη λίμπιντο στις γυναίκες

– Υπάρχει χάπι, που να υποβοηθά τη σεξουαλική ικανοποίηση των γυναικών, όπως τα αντίστοιχα, που υπάρχουν για τους άνδρες;

– Η σεξουαλική δυσλειτουργία μεταξύ των διαβητικών γυναικών

 

Δρ ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΚΩΝ. ΛΥΓΝΟΣ, MSc, PhD
ΜΑΙΕΥΤΗΡ ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΟΣ
Master of Science University College London
Διδάκτωρ Μαιευτικής Γυναικολογίας

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Mitchell KR, Jones KG, Wellings K, Johnson AM, Graham CA, Datta J, Copas AJ, Bancroft J, Sonnenberg P, Macdowall W, Field N, Mercer CH. Estimating the Prevalence of Sexual Function Problems: The Impact of Morbidity Criteria. J Sex Res. 2016 Oct;53(8):955-967. doi: 10.1080/00224499.2015.1089214. Epub 2015 Nov 25. PMID: 26605494; PMCID: PMC5044769.